ομπρέλα θαλάσσης
•
- φορητή και συνήθως πτυσσόμενη κατασκευή με ευρύ σκίαστρο, που στερεώνεται στην άμμο και προστατεύει από την ηλιακή ακτινοβολία σε παραλίες και ακτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομπρέλα θαλάσσης < → δείτε τις λέξεις ομπρέλα και θάλασσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομπρέλα θαλάσσης | ομπρέλες θαλάσσης |
| Γενική | ομπρέλας θαλάσσης | ομπρελών θαλάσσης |
| Αιτιατική | ομπρέλα θαλάσσης | ομπρέλες θαλάσσης |
| Κλητική | ομπρέλα θαλάσσης | ομπρέλες θαλάσσης |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →