ομπρελάς
•
- επάγγελμαο κατασκευαστής, επιδιορθωτής ή πωλητής ομπρελών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομπρελάς < ομπρέλ(α) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομπρελάς | ομπρελάδες |
| Γενική | ομπρελά | ομπρελάδων |
| Αιτιατική | ομπρελά | ομπρελάδες |
| Κλητική | ομπρελά | ομπρελάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →