Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομφάλιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον ομφαλό (αφαλό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομφάλιος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομφάλιοςομφάλιαομφάλιο
Γενικήομφάλιουομφάλιαςομφάλιου
Αιτιατικήομφάλιοομφάλιαομφάλιο
Κλητικήομφάλιεομφάλιαομφάλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομφάλιοιομφάλιεςομφάλια
Γενικήομφάλιωνομφάλιωνομφάλιων
Αιτιατικήομφάλιουςομφάλιεςομφάλια
Κλητικήομφάλιοιομφάλιεςομφάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →