ομφαλοσκοπισμός
•
- νεολογισμόςμέθοδος αυτοσυγκέντρωσης που χρησιμοποιούν οι ησυχαστές, κοιτάζοντας την κοιλιά τους για να μην αποσπάται η προσοχή τους Βικιλεξικό
- νεολογισμόςαδυναμία απόκτησης σφαιρικής άποψης για ένα ζήτημα Βικιλεξικό
- Φτάσαμε τελικά να αναρωτιόμαστε για τη χρησιμότητα της ποίησης σε αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, δίχως καθόλου να μας απασχολούν η μικροψυχία και ο ομφαλοσκοπισμός, που ίσως να χαρακτηρίζουν την ίδια τη σημερινή ποίηση και γενικότερα τη διανόηση, η οποία και ταυτίζεται -αλίμονο- μαζί της. (Στρατής Πασχάλης, Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς, Η Ελευθεροτυπία, 12 Φεβρουαρίου 2011)
Ετυμολογία
ομφαλοσκοπισμός < ομφαλ(ός) + -ο- + σκοπ(ώ) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομφαλοσκοπισμός | ομφαλοσκοπισμοί |
| Γενική | ομφαλοσκοπισμού | ομφαλοσκοπισμών |
| Αιτιατική | ομφαλοσκοπισμό | ομφαλοσκοπισμούς |
| Κλητική | ομφαλοσκοπισμέ | ομφαλοσκοπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →