ομόγονος
•
- συγγενής Βικιλεξικό
- που έχει γεννηθεί ταυτόχρονα Βικιλεξικό
- βοτανικήφυτά που έχουν άνθη, τα οποία έχουν στήμονες και ύπερους, είναι δηλαδή αρσενικά και θηλυκά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομόγονος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμόγονος (συγχρονικά αναλύεται σε ομό- + -γονος) ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική homogonous)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόγονος | ομόγονη | ομόγονο |
| Γενική | ομόγονου | ομόγονης | ομόγονου |
| Αιτιατική | ομόγονο | ομόγονη | ομόγονο |
| Κλητική | ομόγονε | ομόγονη | ομόγονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόγονοι | ομόγονες | ομόγονα |
| Γενική | ομόγονων | ομόγονων | ομόγονων |
| Αιτιατική | ομόγονους | ομόγονες | ομόγονα |
| Κλητική | ομόγονοι | ομόγονες | ομόγονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →