Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομόηχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τον ίδιο ήχο Βικιλεξικό
  2. γραμματικήομόηχες λέξεις: λέξεις με όμοια προφορά αλλά διαφορετική σημασία Βικιλεξικό
    • οι λέξεις τρία και Τροία είναι ομόηχες,
    • καθώς και οι: πιάνο-πιάνω, πηγή-πυγή, αφτί-αυτή, βόριο-βόρειο...

Ετυμολογία

ομόηχος < ομο- + ήχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομόηχοςομόηχηομόηχο
Γενικήομόηχουομόηχηςομόηχου
Αιτιατικήομόηχοομόηχηομόηχο
Κλητικήομόηχεομόηχηομόηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομόηχοιομόηχεςομόηχα
Γενικήομόηχωνομόηχωνομόηχων
Αιτιατικήομόηχουςομόηχεςομόηχα
Κλητικήομόηχοιομόηχεςομόηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →