ομόθρησκος
•
- που έχει την ίδια θρησκεία με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- Οι Τούρκοι και οι Άραβες είναι ομόθρησκοι λαοί.
Ετυμολογία
ομόθρησκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁμόθρησκος. Συγχρονικά αναλύεται σε ομό- + θρησκ(εία) + -ος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόθρησκος | ομόθρησκη | ομόθρησκο |
| Γενική | ομόθρησκου | ομόθρησκης | ομόθρησκου |
| Αιτιατική | ομόθρησκο | ομόθρησκη | ομόθρησκο |
| Κλητική | ομόθρησκε | ομόθρησκη | ομόθρησκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόθρησκοι | ομόθρησκες | ομόθρησκα |
| Γενική | ομόθρησκων | ομόθρησκων | ομόθρησκων |
| Αιτιατική | ομόθρησκους | ομόθρησκες | ομόθρησκα |
| Κλητική | ομόθρησκοι | ομόθρησκες | ομόθρησκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →