ομόφωνος
•
- που έχει την ίδια γνώμη Βικιλεξικό
- ομόφωνη απόφαση, ομόφωνη ετυμηγορία, εκλογή
- φωνητικήγια γράμματα ή λέξεις που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο Βικιλεξικό
- μουσικήπου είναι στον ίδιο μουσικό τόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομόφωνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμόφωνος (ομόγλωσσος, που μιλάει την ίδια γλώσσα). Η σημασία «ομόγνωμος», ελληνστική. Συγχρονικά αναλύεται σε ομό- + -φωνος < → δείτε το αρχαίο ὁμός (όμοιος) & φωνή.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόφωνος | ομόφωνη | ομόφωνο |
| Γενική | ομόφωνου | ομόφωνης | ομόφωνου |
| Αιτιατική | ομόφωνο | ομόφωνη | ομόφωνο |
| Κλητική | ομόφωνε | ομόφωνη | ομόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόφωνοι | ομόφωνες | ομόφωνα |
| Γενική | ομόφωνων | ομόφωνων | ομόφωνων |
| Αιτιατική | ομόφωνους | ομόφωνες | ομόφωνα |
| Κλητική | ομόφωνοι | ομόφωνες | ομόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →