Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομώνυμος

/oˈmo.ni.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο τίτλο Βικιλεξικό
    • Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τάδε.
  2. γραμματικήομώνυμες λέξεις: λέξεις με όμοια προφορά ή/και γραφή αλλά διαφορετική σημασία Βικιλεξικό
    • Οι λέξεις λιμός και λοιμός είναι ομώνυμες (ομόηχες).
    • κατά άλλη εκδοχή, ομώνυμες είναι οι λέξεις που έχουν την ίδια ακριβώς σημασία, π.χ. αχλάδι και απίδι, ενώ οι λέξεις με όμοια προφορά αλλά διαφορετική σημασία ονομάζονται ομόηχες.
  3. μαθηματικάομώνυμα κλάσματα: κλάσματα με τον ίδιο παρονομαστή Βικιλεξικό
  4. φυσικήπου έχει το ίδιο ηλεκτρικό φορτίο (θετικό ή αρνητικό) Βικιλεξικό
    • (κατ' επέκταση) για μαγνητικούς πόλους που έχουν την ίδια ελκτική ικανότητα

Ετυμολογία

ομώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε ομ- + -ώνυμος :* για τη γραμματική < (αντιδάνειο), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική homonyme (στον πληθυντικό homonymes < λατινικό homonymus < αρχαία ελληνική ὁμώνυμος :* για τα μαθηματικά < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dénominateur commun :* για τη φυσική < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική gleichmaniger Ρol

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομώνυμοςομώνυμηομώνυμο
Γενικήομώνυμουομώνυμηςομώνυμου
Αιτιατικήομώνυμοομώνυμηομώνυμο
Κλητικήομώνυμεομώνυμηομώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομώνυμοιομώνυμεςομώνυμα
Γενικήομώνυμωνομώνυμωνομώνυμων
Αιτιατικήομώνυμουςομώνυμεςομώνυμα
Κλητικήομώνυμοιομώνυμεςομώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →