ονείρεμα
•
- το να βλέπει κάποιος όνειρα Βικιλεξικό
- Οι συγγραφείς ερευνούν και γράφουν για τον ονειροχρόνο και την ονειρική γεωγραφία, τους ονειροναύτες, το συνειδητό ονείρεμα, το διαλογισμό του ονείρου, τα αρχέτυπα, τη δραματοθεραπεία, τα αποκαλυπτικά όνειρα, την ονειρική γιόγκα, την ονείρωξη, τους εφιάλτες κ.α (Ο μαγικός κόσμος των ονείρων, εκδ. Αρχέτυπο, 2023 https://www.politeianet.gr/books/9789604210015-sullogiko-archetupo-o-magikos-kosmos-ton-oneiron-75730)
Ετυμολογία
ονείρεμα < ονειρεύομαι + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ονείρεμα | ονειρέματα |
| Γενική | ονειρέματος | ονειρεμάτων |
| Αιτιατική | ονείρεμα | ονειρέματα |
| Κλητική | ονείρεμα | ονειρέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →