ονειδίζω
•
- κοροϊδεύω κάποιον γελοιοποιώντας τον και καθιστώντας τον όνειδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονειδίζω < αρχαία ελληνική ὀνειδίζω < ὄνειδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃neid- (κατάρα / καταριέμαι, μέμφομαι)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ονειδίζω | ονειδίζεις | ονειδίζει | ονειδίζουμε | ονειδίζετε | ονειδίζουν / ονειδίζουνε |
| Παρατατικός | ονείδιζα | ονείδιζες | ονείδιζε | ονειδίζαμε | ονειδίζατε | ονείδιζαν / ονειδίζαν / ονειδίζανε |
| Αόριστος | ονείδισα | ονείδισες | ονείδισε | ονειδίσαμε | ονειδίσατε | ονείδισαν / ονειδίσαν / ονειδίσανε |
| Μέλλοντας | θα ονειδίζω / θα ονειδίσω | θα ονειδίζεις / θα ονειδίσεις | θα ονειδίζει / θα ονειδίσει | θα ονειδίζουμε / θα ονειδίσουμε | θα ονειδίζετε / θα ονειδίσετε | θα ονειδίζουν / θα ονειδίζουνε / θα ονειδίσουν / θα ονειδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ονειδίσει | έχεις ονειδίσει | έχει ονειδίσει | έχουμε ονειδίσει | έχετε ονειδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ονειδίσει | είχες ονειδίσει | είχε ονειδίσει | είχαμε ονειδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ονειδίσει / να ονειδίζω / να ονειδίσω | να έχεις ονειδίσει / να ονειδίζεις / να ονειδίσεις | να έχει ονειδίσει / να ονειδίζει / να ονειδίσει | να έχουμε ονειδίσει / να ονειδίζουμε / να ονειδίσουμε | να έχετε ονειδίσει / να ονειδίζετε / να ονειδίσετε | να ονειδίζουν / να ονειδίζουνε / να ονειδίσουν / να ονειδίσουνε |
| Προστακτική | — | ονείδιζε / ονείδισε | — | — | ονειδίζετε / ονειδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →