Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονειροδίαιτος

/o.ni.ɾoˈði.e.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου τρέφεται με όνειρα, που πιστεύει ή ελπίζει σε φανταστικά πράγματα Βικιλεξικό
    • Γιώργος Νασμής, «Αμφίσημα γκασπάτσο» 'Γνώμες', 2016.07.05. @tanea.gr
  2. σπάνιοπου τρέφεται με όνειρα, που πιστεύει ή ελπίζει σε φανταστικά πράγματα Βικιλεξικό
    • Κριτική βιβλίου Μαντάμ Μποβαρύ, 17-05-2020, @protoporia.gr, ημερομηνία ανάκτησης: 11-12-2023
  3. σπάνιοπου τρέφεται με όνειρα, που πιστεύει ή ελπίζει σε φανταστικά πράγματα Βικιλεξικό
    • Φαίνεται πως απόψε ο ονειροδίαιτος ποιητής έχει και πάλι παραισθήσεις.

Ετυμολογία

ονειροδίαιτος < Μορφολογικά αναλύεται σε όνειρ(ο) + -ο- + -δίαιτος (< δίαιτα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονειροδίαιτοςονειροδίαιτηονειροδίαιτο
Γενικήονειροδίαιτουονειροδίαιτηςονειροδίαιτου
Αιτιατικήονειροδίαιτοονειροδίαιτηονειροδίαιτο
Κλητικήονειροδίαιτεονειροδίαιτηονειροδίαιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονειροδίαιτοιονειροδίαιτεςονειροδίαιτα
Γενικήονειροδίαιτωνονειροδίαιτωνονειροδίαιτων
Αιτιατικήονειροδίαιτουςονειροδίαιτεςονειροδίαιτα
Κλητικήονειροδίαιτοιονειροδίαιτεςονειροδίαιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →