Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονειροκριτική

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ερμηνεία των ονείρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονειροκριτική < ελληνιστική κοινή ὀνειροκριτική, θηλυκό του ὀνειροκριτικός < αρχαία ελληνική ὄνειρος + κρίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονειροκριτικήονειροκριτικές
Γενικήονειροκριτικήςονειροκριτικών
Αιτιατικήονειροκριτικήονειροκριτικές
Κλητικήονειροκριτικήονειροκριτικές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →