Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονειροναυτική

/o.ni.ɾo.naf.tiˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη συνειδητή εμπειρία ονείρων· το συνειδητό ονείρεμα που χαρακτηρίζεται από διαύγεια και έλεγχο των αλληλεπιδράσεων και του περιεχομένου μέσα του Βικιλεξικό
    • 2008 Το ΒΗΜΑ, παραδοξότητα του ξύπνιου μέσα στον ύπνο, 24. 11. 2008

Ετυμολογία

ονειροναυτική < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική oneironautics. Συγχρονικά αναλύεται σε ονειρο- + ναύτ(ης) + -ική.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονειροναυτική—
Γενικήονειροναυτικής—
Αιτιατικήονειροναυτική—
Κλητικήονειροναυτική—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →