Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονειροπολώ

/o.ni.ɾo.poˈlo/ρήμα
•
  1. περιπλανιέμαι, με τον νου, σα να ονειρεύομαι Βικιλεξικό
    • Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ (Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτη, 2024)

Ετυμολογία

ονειροπολώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀνειροπολέω / ὀνειροπολῶ < ὀνειροπόλος < ὄνειρος / ὄνειρον + πόλος / πέλω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rêver

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςονειροπολώονειροπολείςονειροπολείονειροπολούμεονειροπολείτεονειροπολούν / ονειροπολούνε
Παρατατικόςονειροπολούσαονειροπολούσεςονειροπολούσεονειροπολούσαμεονειροπολούσατεονειροπολούσαν / ονειροπολούσανε
Αόριστοςονειροπόλησαονειροπόλησεςονειροπόλησεονειροπολήσαμεονειροπολήσατεονειροπολήσαν / ονειροπολήσανε / ονειροπόλησαν
Μέλλονταςθα ονειροπολήσω / θα ονειροπολώθα ονειροπολήσεις / θα ονειροπολείςθα ονειροπολήσει / θα ονειροπολείθα ονειροπολήσουμε / θα ονειροπολούμεθα ονειροπολήσετε / θα ονειροπολείτεθα ονειροπολήσουν / θα ονειροπολήσουνε / θα ονειροπολούν / θα ονειροπολούνε
Παρακείμενοςέχω ονειροπολήσειέχεις ονειροπολήσειέχει ονειροπολήσειέχουμε ονειροπολήσειέχετε ονειροπολήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ονειροπολήσειείχες ονειροπολήσειείχε ονειροπολήσειείχαμε ονειροπολήσει——
Υποτακτικήνα έχω ονειροπολήσει / να ονειροπολήσω / να ονειροπολώνα έχεις ονειροπολήσει / να ονειροπολήσεις / να ονειροπολείςνα έχει ονειροπολήσει / να ονειροπολήσει / να ονειροπολείνα έχουμε ονειροπολήσει / να ονειροπολήσουμε / να ονειροπολούμενα έχετε ονειροπολήσει / να ονειροπολήσετε / να ονειροπολείτενα ονειροπολήσουν / να ονειροπολήσουνε / να ονειροπολούν / να ονειροπολούνε
Προστακτική—ονειροπόλει / ονειροπόλησε——ονειροπολήστε / ονειροπολείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →