ονειρωκτικός
•
- οτιδήποτε σχετίζεται με ονείρωξη Βικιλεξικό
- ονειρωκτικός ύπνος
- ονειρωκτικός λεκές στο σεντόνι
- μεταφορικάο φλωρομαλ κας, ο ξενέρωτος Βικιλεξικό
- ο παθητικά-άεργα σφάλλων, ο σφάλλων λόγω αεργίας-αδράνειας
Ετυμολογία
ονειρωκτικός, -ή, -ό < ονείρωξη + -ικός, -ική, -ικό
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ονειρωκτικός | ονειρωκτική | ονειρωκτικό |
| Γενική | ονειρωκτικού | ονειρωκτικής | ονειρωκτικού |
| Αιτιατική | ονειρωκτικό | ονειρωκτική | ονειρωκτικό |
| Κλητική | ονειρωκτικέ | ονειρωκτική | ονειρωκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ονειρωκτικοί | ονειρωκτικές | ονειρωκτικά |
| Γενική | ονειρωκτικών | ονειρωκτικών | ονειρωκτικών |
| Αιτιατική | ονειρωκτικούς | ονειρωκτικές | ονειρωκτικά |
| Κλητική | ονειρωκτικοί | ονειρωκτικές | ονειρωκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →