Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονηλάτης

/o.niˈla.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ονηγός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονηλάτης < ελληνιστική κοινή ὀνηλάτης. Μορφολογικά αναλύεται σε όν(ος) + -ηλάτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονηλάτηςονηλάτες
Γενικήονηλάτηονηλατών
Αιτιατικήονηλάτηονηλάτες
Κλητικήονηλάτηονηλάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →