Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονομαστική αξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικονομίαη αναγραφόμενη αξία σε νόμισμα ή άλλον οικονομικό τίτλο, σε αντίθεση με την αγοραστική αξία Βικιλεξικό
    • Σημαντική αύξηση κατά 7,30 δισ. ευρώ σημείωσε κατά το α’ τρίμηνο του 2020 η ονομαστική αξία των κόκκινων δανείων που διαχειρίζονται οι εγχώριες ΕΔΑΔΠ και τα οποία έχουν μεταβιβαστεί από εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα σε εξειδικευμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού. (Κόκκινα δάνεια: Deals 30 δισ. ευρώ έως το τέλος Μαρτίου 2020, εφημ. Το Βήμα, 16 Ιουνίου 2020)

Ετυμολογία

ονομαστική αξία < → δείτε τις λέξεις ονομαστικός και αξία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονομαστική αξίαονομαστικές αξίες
Γενικήονομαστικής αξίαςονομαστικών αξιών
Αιτιατικήονομαστική αξίαονομαστικές αξίες
Κλητικήονομαστική αξίαονομαστικές αξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →