ονομαστικώς
•
- λόγιοονομαστικά, ονομαστί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονομαστικώς < ελληνιστική κοινή ὀνομαστικῶς < αρχαία ελληνική ὀνομαστικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ονομαστικώς < ελληνιστική κοινή ὀνομαστικῶς < αρχαία ελληνική ὀνομαστικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →