Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονομαστικώς

επίρρημα
•
  1. λόγιοονομαστικά, ονομαστί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονομαστικώς < ελληνιστική κοινή ὀνομαστικῶς < αρχαία ελληνική ὀνομαστικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →