ονοματεπώνυμο
•
- το μικρό όνομα και το επώνυμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονοματεπώνυμο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀνοματεπώνυμον (μαρτυρείται από το 1896) ονοματ- + επώνυμο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική nom et surnom
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ονοματεπώνυμο | ονοματεπώνυμα |
| Γενική | ονοματεπωνύμου / ονοματεπώνυμου | ονοματεπωνύμων |
| Αιτιατική | ονοματεπώνυμο | ονοματεπώνυμα |
| Κλητική | ονοματεπώνυμο | ονοματεπώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →