Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονοματεπώνυμο

/o.no.ma.teˈpo.ni.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το μικρό όνομα και το επώνυμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονοματεπώνυμο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀνοματεπώνυμον (μαρτυρείται από το 1896) ονοματ- + επώνυμο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική nom et surnom

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονοματεπώνυμοονοματεπώνυμα
Γενικήονοματεπωνύμου / ονοματεπώνυμουονοματεπωνύμων
Αιτιατικήονοματεπώνυμοονοματεπώνυμα
Κλητικήονοματεπώνυμοονοματεπώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →