Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονοματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει στο όνομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονοματικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονοματικόςονοματικήονοματικό
Γενικήονοματικούονοματικήςονοματικού
Αιτιατικήονοματικόονοματικήονοματικό
Κλητικήονοματικέονοματικήονοματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονοματικοίονοματικέςονοματικά
Γενικήονοματικώνονοματικώνονοματικών
Αιτιατικήονοματικούςονοματικέςονοματικά
Κλητικήονοματικοίονοματικέςονοματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →