ονοματοδοσία
•
- το να δίνεις όνομα σε ανθρώπους ή αντικείμενα Βικιλεξικό
- κρατική ληξιαρχική ονοματεγγραφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονοματοδοσία< όνομα/ονοματίζω + -δοσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ονοματοδοσία | ονοματοδοσίες |
| Γενική | ονοματοδοσίας | ονοματοδοσιών |
| Αιτιατική | ονοματοδοσία | ονοματοδοσίες |
| Κλητική | ονοματοδοσία | ονοματοδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →