ονοματολογία
•
- γλωσσολογίαη μελέτη των ονομάτων ανθρώπων (ανθρωπωνυμίων) και τόπων (τοπωνυμίων) Βικιλεξικό
- το σύνολο των όρων μιας επιστήμης και οι κανόνες με βάση τους οποίους χρησιμοποιούνται Βικιλεξικό
- ονοματολογία οργανικών χημικών ενώσεων
Ετυμολογία
ονοματολογία < (όνομα) ονοματο- + -λογία :* για τη γλωσσολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική onomatologie :* για τους επιστημονικούς όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nomenclature
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ονοματολογία | ονοματολογίες |
| Γενική | ονοματολογίας | ονοματολογιών |
| Αιτιατική | ονοματολογία | ονοματολογίες |
| Κλητική | ονοματολογία | ονοματολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →