οντάς
•
- λαϊκότροποδωμάτιο Βικιλεξικό
- Ξανά κοντά σου μες στον οντά σου / απόψε πάλι θα βρεθώ, / μες στη γλυκιά αγκαλιά σου, / στα χάδια στα φιλιά σου, γλυκά θα κοιμηθώ (από τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη σε στίχους Χρ. Κολοκοτρώνη)
Ετυμολογία
οντάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀντάς < οθωμανική τουρκική اوطه (τουρκική oda) < πρωτοτουρκική *ōtag
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οντάς | οντάδες |
| Γενική | οντά | οντάδων |
| Αιτιατική | οντά | οντάδες |
| Κλητική | οντά | οντάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →