Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονταδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόμικρός ή χαμηλοτάβανος οντάς· δωματιάκι Βικιλεξικό
    • Κάθεσαι του χειμώνα τα σούρουπα στο χαμηλό ονταδάκι σου, με τη γάτα στην αγκαλιά σου, και βλέπεις τις τελευταίες αχτίνες του ήλιου να μπαίνουν

Ετυμολογία

ονταδάκι < οντάς, θέμα οντάδ- + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονταδάκιονταδάκια
Γενική——
Αιτιατικήονταδάκιονταδάκια
Κλητικήονταδάκιονταδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →