οντουλάρω
•
- κομμωτικήδίνω κυματοειδή μορφή στα μαλλιά, κατσαρώνω, σγουρώνω Βικιλεξικό
- όταν τα μαλλιά σου οντουλάρεις, είσαι ψεύτης κατεργάρης, στον καθρέφτη όλο κοιτάζεις και φερμάρεις (Στίχοι τραγουδιού)
- τα μαύρα τα μαλλάκια σου πηγαίνεις κι οντουλάρεις
Ετυμολογία
οντουλάρω < οντουλ(έ) + -άρω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Άλλοι τύποι
οντουλάρισαοντουλάρομαιοντουλαρίστηκαοντουλαρισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →