οντότητα
•
- η ιδιότητα του όντος Βικιλεξικό
- η ύπαρξη αισθητή ή νοητή Βικιλεξικό
- Αυτή, η γυναίκα δεν υφίσταται ως φυσικό πρόσωπο και αυτοδύναμη κοινωνική και ηθική οντότητα, παρά μόνο μέσα από το χρέος της να ανταποκριθεί στο ρόλο που την προορίζει ο ανδροκεντρικός κοινωνικός κανόνας : « … στη σημερινή κοινωνία , ή ρωμέϊκη ή ευρωπαϊκή, δεν θα ήτουν βέβαια [ η Τρισεύγενη ] ένα πρότυπο καλής συζύγου και καλής νοικοκυράς. Θα εκατάστρεφε τον άντρα της, επομένως και τον εαυτό της (Γεωργία Λαδογιάννη, Επί σκηνής ο λόγος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1995, σελ. 197)
- Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περίπτωσης 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, όπου η τελευταία απαιτείται. (ΦΕΚ 83 Α΄ - 10.04.2020/Νόμος 4683)
- οικονομίαη οικονομική μονάδα Βικιλεξικό
- πληροφορικήοποιοδήποτε κατασκευασμένο αντικείμενο, όπως αρχείο, κώδικας, δεδομένα, μεταβλητές, τύποι δεδομένων, κλπ. Βικιλεξικό
- πληροφορικήβασική έννοια του σχεσιακού μοντέλου για την οργάνωση δεδομένων σε ομοειδείς πλειάδες (τις γραμμές) που αποτελούνται από συγκεκριμένα γνωρίσματα ή ιδιότητες (τις στήλες), υλοποίηση της οποίας είναι ο πίνακας (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων Βικιλεξικό
- Το πρώτο στάδιο στη διαδικασία της διαμόρφωσης των πινάκων της βάσης είναι η επισήμανση οντοτήτων και η τελική μετατροπή τους σε πίνακες.
- συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: σχέση (relation)
Ετυμολογία
οντότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀντότης από την αιτιατική «τήν ὀντότητα» (πραγματικότητα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική entité, essence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οντότητα | οντότητες |
| Γενική | οντότητας | οντοτήτων |
| Αιτιατική | οντότητα | οντότητες |
| Κλητική | οντότητα | οντότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →