Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονυχοτιλλομανία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχιατρική διαταραχή κατά την οποία εκδηλώνεται καταναγκασμός σχετικός με την απόσπαση των νυχιών ή μέρος τους από την κοίτη τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονυχοτιλλομανία < ονυχο- + αρχαία ελληνική τίλλ(ω) (μαδάω) + -ο- + -μανία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονυχοτιλλομανίαονυχοτιλλομανίες
Γενικήονυχοτιλλομανίαςονυχοτιλλομανιών
Αιτιατικήονυχοτιλλομανίαονυχοτιλλομανίες
Κλητικήονυχοτιλλομανίαονυχοτιλλομανίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →