ονυχοφόρος
•
- ανατομίαπου έχει νύχια Βικιλεξικό
- η ονυχοφόρος φάλαγγα των δακτύλων
- ζωολογίαγια ζώο θηλαστικό που έχει νύχια και όχι οπλές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονυχοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀνυχοφόρος < ὀνυχο- (ονυχο-) + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ονυχοφόρος | ονυχοφόρος | ονυχοφόρο |
| Γενική | ονυχοφόρου | — | ονυχοφόρου |
| Αιτιατική | ονυχοφόρο | — | ονυχοφόρο |
| Κλητική | ονυχοφόρε | — | ονυχοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ονυχοφόροι | — | ονυχοφόρα |
| Γενική | ονυχοφόρων | — | ονυχοφόρων |
| Αιτιατική | ονυχοφόρους | — | ονυχοφόρα |
| Κλητική | ονυχοφόροι | — | ονυχοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →