οξειδοαναγωγή
•
- χημείαχημική αντίδραση κατά την οποία τα άτομα των στοιχείων που συμμετέχουν αλλάζουν αριθμό οξείδωσης Βικιλεξικό
- Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Γ' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Τεύχος Α', Ενότητα 5. Οξειδοαναγωγή Ηλεκτρόλυση, ※ @ebooks.edu.gr
Ετυμολογία
οξειδοαναγωγή < οξείδωση + -ο- + αναγωγή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική oxydoréduction ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική oxidation-reduction)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξειδοαναγωγή | οξειδοαναγωγές |
| Γενική | οξειδοαναγωγής | οξειδοαναγωγών |
| Αιτιατική | οξειδοαναγωγή | οξειδοαναγωγές |
| Κλητική | οξειδοαναγωγή | οξειδοαναγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →