Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οξεοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χημείαη διαδικασία και το αποτέλεσμα του οξεοποιώ Βικιλεξικό
  2. αύξηση της οξύτητας ουσίας ή περιβάλλοντος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οξεοποίηση < (οξεοποιώ) οξεοποιη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε οξεο- + -ποίηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοξεοποίησηοξεοποιήσεις
Γενικήοξεοποίησηςοξεοποιήσεων
Αιτιατικήοξεοποίησηοξεοποιήσεις
Κλητικήοξεοποίησηοξεοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →