οξεοποίηση
•
- χημείαη διαδικασία και το αποτέλεσμα του οξεοποιώ Βικιλεξικό
- αύξηση της οξύτητας ουσίας ή περιβάλλοντος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξεοποίηση < (οξεοποιώ) οξεοποιη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε οξεο- + -ποίηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξεοποίηση | οξεοποιήσεις |
| Γενική | οξεοποίησης | οξεοποιήσεων |
| Αιτιατική | οξεοποίηση | οξεοποιήσεις |
| Κλητική | οξεοποίηση | οξεοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →