οξοποιώ
•
- διενεργώ οξοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξοποιώ < οξοποιός + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οξοποιώ | οξοποιείς | οξοποιεί | οξοποιούμε | οξοποιείτε | οξοποιούν / οξοποιούνε |
| Παρατατικός | οξοποιούσα | οξοποιούσες | οξοποιούσε | οξοποιούσαμε | οξοποιούσατε | οξοποιούσαν / οξοποιούσανε |
| Αόριστος | οξοποίησα | οξοποίησες | οξοποίησε | οξοποιήσαμε | οξοποιήσατε | οξοποίησαν / οξοποιήσαν / οξοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα οξοποιήσω / θα οξοποιώ | θα οξοποιήσεις / θα οξοποιείς | θα οξοποιήσει / θα οξοποιεί | θα οξοποιήσουμε / θα οξοποιούμε | θα οξοποιήσετε / θα οξοποιείτε | θα οξοποιήσουν / θα οξοποιήσουνε / θα οξοποιούν / θα οξοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω οξοποιήσει | έχεις οξοποιήσει | έχει οξοποιήσει | έχουμε οξοποιήσει | έχετε οξοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οξοποιήσει | είχες οξοποιήσει | είχε οξοποιήσει | είχαμε οξοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οξοποιήσει / να οξοποιήσω / να οξοποιώ | να έχεις οξοποιήσει / να οξοποιήσεις / να οξοποιείς | να έχει οξοποιήσει / να οξοποιήσει / να οξοποιεί | να έχουμε οξοποιήσει / να οξοποιήσουμε / να οξοποιούμε | να έχετε οξοποιήσει / να οξοποιήσετε / να οξοποιείτε | να οξοποιήσουν / να οξοποιήσουνε / να οξοποιούν / να οξοποιούνε |
| Προστακτική | — | οξοποίει / οξοποίησε | — | — | οξοποιήστε / οξοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →