οξυτονώ
•
- τονίζω οξυτόνως (στη λήγουσα μιας λέξης βάζω οξεία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξυτονώ < ελληνιστική κοινή ὀξυτονέω / ὀξυτονῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οξυτονώ | οξυτονείς | οξυτονεί | οξυτονούμε | οξυτονείτε | οξυτονούν / οξυτονούνε |
| Παρατατικός | οξυτονούσα | οξυτονούσες | οξυτονούσε | οξυτονούσαμε | οξυτονούσατε | οξυτονούσαν / οξυτονούσανε |
| Αόριστος | οξυτόνησα | οξυτόνησες | οξυτόνησε | οξυτονήσαμε | οξυτονήσατε | οξυτονήσαν / οξυτονήσανε / οξυτόνησαν |
| Μέλλοντας | θα οξυτονήσω / θα οξυτονώ | θα οξυτονήσεις / θα οξυτονείς | θα οξυτονήσει / θα οξυτονεί | θα οξυτονήσουμε / θα οξυτονούμε | θα οξυτονήσετε / θα οξυτονείτε | θα οξυτονήσουν / θα οξυτονήσουνε / θα οξυτονούν / θα οξυτονούνε |
| Παρακείμενος | έχω οξυτονήσει | έχεις οξυτονήσει | έχει οξυτονήσει | έχουμε οξυτονήσει | έχετε οξυτονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οξυτονήσει | είχες οξυτονήσει | είχε οξυτονήσει | είχαμε οξυτονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οξυτονήσει / να οξυτονήσω / να οξυτονώ | να έχεις οξυτονήσει / να οξυτονήσεις / να οξυτονείς | να έχει οξυτονήσει / να οξυτονήσει / να οξυτονεί | να έχουμε οξυτονήσει / να οξυτονήσουμε / να οξυτονούμε | να έχετε οξυτονήσει / να οξυτονήσετε / να οξυτονείτε | να οξυτονήσουν / να οξυτονήσουνε / να οξυτονούν / να οξυτονούνε |
| Προστακτική | — | οξυτόνει / οξυτόνησε | — | — | οξυτονήστε / οξυτονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →