Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οξυτονώ

ρήμα
•
  1. τονίζω οξυτόνως (στη λήγουσα μιας λέξης βάζω οξεία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οξυτονώ < ελληνιστική κοινή ὀξυτονέω / ὀξυτονῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοξυτονώοξυτονείςοξυτονείοξυτονούμεοξυτονείτεοξυτονούν / οξυτονούνε
Παρατατικόςοξυτονούσαοξυτονούσεςοξυτονούσεοξυτονούσαμεοξυτονούσατεοξυτονούσαν / οξυτονούσανε
Αόριστοςοξυτόνησαοξυτόνησεςοξυτόνησεοξυτονήσαμεοξυτονήσατεοξυτονήσαν / οξυτονήσανε / οξυτόνησαν
Μέλλονταςθα οξυτονήσω / θα οξυτονώθα οξυτονήσεις / θα οξυτονείςθα οξυτονήσει / θα οξυτονείθα οξυτονήσουμε / θα οξυτονούμεθα οξυτονήσετε / θα οξυτονείτεθα οξυτονήσουν / θα οξυτονήσουνε / θα οξυτονούν / θα οξυτονούνε
Παρακείμενοςέχω οξυτονήσειέχεις οξυτονήσειέχει οξυτονήσειέχουμε οξυτονήσειέχετε οξυτονήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οξυτονήσειείχες οξυτονήσειείχε οξυτονήσειείχαμε οξυτονήσει——
Υποτακτικήνα έχω οξυτονήσει / να οξυτονήσω / να οξυτονώνα έχεις οξυτονήσει / να οξυτονήσεις / να οξυτονείςνα έχει οξυτονήσει / να οξυτονήσει / να οξυτονείνα έχουμε οξυτονήσει / να οξυτονήσουμε / να οξυτονούμενα έχετε οξυτονήσει / να οξυτονήσετε / να οξυτονείτενα οξυτονήσουν / να οξυτονήσουνε / να οξυτονούν / να οξυτονούνε
Προστακτική—οξυτόνει / οξυτόνησε——οξυτονήστε / οξυτονείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →