οξύγαλα
•
- λόγιοσυνώνυμο του ξινόγαλα Βικιλεξικό
- Κατά την παραγωγή των οξυγαλάτων ζυμώνεται περίπου το 20% της λακτόζης με αποτέλεσμα την παραγωγή οξέος, κυρίως γαλακτικού (Στέλιος Κμιναρίδης, Γκόλφω Μοάτσου, Γαλακτοκομία, Ενότητα 2, σελ. 11 , CC-BY-SA, ανάκτηση 13/3/2022 https://oeclass.aua.gr/openeclass/modules/document/file.php/OCDFSHN102/DFSHN_350_04d_1h.pdf)
- κατ’ επέκτασητο γιαούρτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξύγαλα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀξύγαλα. Συγχρονικά αναλύεται σε οξύ- + -γαλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύγαλα | οξυγάλατα |
| Γενική | οξυγάλατος | οξυγαλάτων |
| Αιτιατική | οξύγαλα | οξυγάλατα |
| Κλητική | οξύγαλα | οξυγάλατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →