οξύμαχος
•
- τεχνολογίαπου παρουσιάζει αντίσταση στα οξέα, που τα αντέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξύμαχος < οξύ + -μαχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύμαχος | οξύμαχη | οξύμαχο |
| Γενική | οξύμαχου | οξύμαχης | οξύμαχου |
| Αιτιατική | οξύμαχο | οξύμαχη | οξύμαχο |
| Κλητική | οξύμαχε | οξύμαχη | οξύμαχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύμαχοι | οξύμαχες | οξύμαχα |
| Γενική | οξύμαχων | οξύμαχων | οξύμαχων |
| Αιτιατική | οξύμαχους | οξύμαχες | οξύμαχα |
| Κλητική | οξύμαχοι | οξύμαχες | οξύμαχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →