οξύτονος
•
- γραμματικήπου τονίζεται στη λήγουσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξύτονος < οξύς + τόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύτονος | οξύτονη | οξύτονο |
| Γενική | οξύτονου | οξύτονης | οξύτονου |
| Αιτιατική | οξύτονο | οξύτονη | οξύτονο |
| Κλητική | οξύτονε | οξύτονη | οξύτονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύτονοι | οξύτονες | οξύτονα |
| Γενική | οξύτονων | οξύτονων | οξύτονων |
| Αιτιατική | οξύτονους | οξύτονες | οξύτονα |
| Κλητική | οξύτονοι | οξύτονες | οξύτονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →