οπή
•
- λόγιοτρύπα Βικιλεξικό
- Ἡ εἴσοδος ἦτο στενὴ καὶ σκοτεινή, εἰς δὲ τὸ βάθος ἠνοίγετο ὁ σταῦλος τετράγωνος καὶ ὁπωσοῦν εὐρύχωρος· ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς εἶχε παράθυρον ἢ ἄλλην ὀπήν (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, κεφ. Δ΄)
Ετυμολογία
οπή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀπή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπή | οπές |
| Γενική | οπής | οπών |
| Αιτιατική | οπή | οπές |
| Κλητική | οπή | οπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →