οπαίο
•
- οπή στη στέγη των σπιτιών των αρχαίων απ' όπου έβγαινε ο καπνός της εστίας και φωτιζόταν το εσωτερικό Βικιλεξικό
- οπή στο κλείστρο πυροβόλου όπλου, από την οποία μεταδίδεται η φωτιά στη γόμωση Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτετράπλευρο άνοιγμα στο θωράκιο πλοίου Βικιλεξικό
- τρύπα του τσιμπουκιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπαίο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀπαῖον < ουδέτερου του ὀπαῖος < ὀπή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπαίο | οπαία |
| Γενική | οπαίου | οπαίων |
| Αιτιατική | οπαίο | οπαία |
| Κλητική | οπαίο | οπαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →