οπαδικός
•
- νεολογισμόςπου αφορά τους οπαδούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπαδικός < οπαδ(ός) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οπαδικός | οπαδική | οπαδικό |
| Γενική | οπαδικού | οπαδικής | οπαδικού |
| Αιτιατική | οπαδικό | οπαδική | οπαδικό |
| Κλητική | οπαδικέ | οπαδική | οπαδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οπαδικοί | οπαδικές | οπαδικά |
| Γενική | οπαδικών | οπαδικών | οπαδικών |
| Αιτιατική | οπαδικούς | οπαδικές | οπαδικά |
| Κλητική | οπαδικοί | οπαδικές | οπαδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →