Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπαδικός

/o.pa.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου αφορά τους οπαδούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπαδικός < οπαδ(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπαδικόςοπαδικήοπαδικό
Γενικήοπαδικούοπαδικήςοπαδικού
Αιτιατικήοπαδικόοπαδικήοπαδικό
Κλητικήοπαδικέοπαδικήοπαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπαδικοίοπαδικέςοπαδικά
Γενικήοπαδικώνοπαδικώνοπαδικών
Αιτιατικήοπαδικούςοπαδικέςοπαδικά
Κλητικήοπαδικοίοπαδικέςοπαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →