οπαλίζω
•
- δίνω σε κάτι μια ιριδίζουσα λάμψη σαν του οπαλίου ή ιριδίζω σαν ή ως οπάλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπαλίζω < οπάλιο + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οπαλίζω | οπαλίζεις | οπαλίζει | οπαλίζουμε | οπαλίζετε | οπαλίζουν / οπαλίζουνε |
| Παρατατικός | οπάλιζα | οπάλιζες | οπάλιζε | οπαλίζαμε | οπαλίζατε | οπάλιζαν / οπαλίζαν / οπαλίζανε |
| Αόριστος | οπάλισα | οπάλισες | οπάλισε | οπαλίσαμε | οπαλίσατε | οπάλισαν / οπαλίσαν / οπαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα οπαλίζω / θα οπαλίσω | θα οπαλίζεις / θα οπαλίσεις | θα οπαλίζει / θα οπαλίσει | θα οπαλίζουμε / θα οπαλίσουμε | θα οπαλίζετε / θα οπαλίσετε | θα οπαλίζουν / θα οπαλίζουνε / θα οπαλίσουν / θα οπαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οπαλίσει | έχεις οπαλίσει | έχει οπαλίσει | έχουμε οπαλίσει | έχετε οπαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οπαλίσει | είχες οπαλίσει | είχε οπαλίσει | είχαμε οπαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οπαλίσει / να οπαλίζω / να οπαλίσω | να έχεις οπαλίσει / να οπαλίζεις / να οπαλίσεις | να έχει οπαλίσει / να οπαλίζει / να οπαλίσει | να έχουμε οπαλίσει / να οπαλίζουμε / να οπαλίσουμε | να έχετε οπαλίσει / να οπαλίζετε / να οπαλίσετε | να οπαλίζουν / να οπαλίζουνε / να οπαλίσουν / να οπαλίσουνε |
| Προστακτική | — | οπάλιζε / οπάλισε | — | — | οπαλίζετε / οπαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →