Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπαλίζω

ρήμα
•
  1. δίνω σε κάτι μια ιριδίζουσα λάμψη σαν του οπαλίου ή ιριδίζω σαν ή ως οπάλιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπαλίζω < οπάλιο + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοπαλίζωοπαλίζειςοπαλίζειοπαλίζουμεοπαλίζετεοπαλίζουν / οπαλίζουνε
Παρατατικόςοπάλιζαοπάλιζεςοπάλιζεοπαλίζαμεοπαλίζατεοπάλιζαν / οπαλίζαν / οπαλίζανε
Αόριστοςοπάλισαοπάλισεςοπάλισεοπαλίσαμεοπαλίσατεοπάλισαν / οπαλίσαν / οπαλίσανε
Μέλλονταςθα οπαλίζω / θα οπαλίσωθα οπαλίζεις / θα οπαλίσειςθα οπαλίζει / θα οπαλίσειθα οπαλίζουμε / θα οπαλίσουμεθα οπαλίζετε / θα οπαλίσετεθα οπαλίζουν / θα οπαλίζουνε / θα οπαλίσουν / θα οπαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω οπαλίσειέχεις οπαλίσειέχει οπαλίσειέχουμε οπαλίσειέχετε οπαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οπαλίσειείχες οπαλίσειείχε οπαλίσειείχαμε οπαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω οπαλίσει / να οπαλίζω / να οπαλίσωνα έχεις οπαλίσει / να οπαλίζεις / να οπαλίσειςνα έχει οπαλίσει / να οπαλίζει / να οπαλίσεινα έχουμε οπαλίσει / να οπαλίζουμε / να οπαλίσουμενα έχετε οπαλίσει / να οπαλίζετε / να οπαλίσετενα οπαλίζουν / να οπαλίζουνε / να οπαλίσουν / να οπαλίσουνε
Προστακτική—οπάλιζε / οπάλισε——οπαλίζετε / οπαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →