Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπιοειδής

/o.pi.o.iˈðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιοχημείαπου έχει σχέση με οπιοειδές / οπιοειδή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Οι οπιοειδείς υποδοχείς εμπλέκονται στην ανάπτυξη και διαφοροποίηση των νευρικών κυττάρων. (*)
  2. ουσιαστικοποιημένοοπιοειδές / οπιοειδή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπιοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική opioid (ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική opioïde) < opium + -oid < λατινική opium < ελληνιστική κοινή ὄπιον < αρχαία ελληνική ὀπός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sokʷos

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπιοειδήςοπιοειδήςοπιοειδές
Γενικήοπιοειδούςοπιοειδούςοπιοειδούς
Αιτιατικήοπιοειδήοπιοειδήοπιοειδές
Κλητικήοπιοειδή / οπιοειδήςοπιοειδήςοπιοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπιοειδείςοπιοειδείςοπιοειδή
Γενικήοπιοειδώνοπιοειδώνοπιοειδών
Αιτιατικήοπιοειδείςοπιοειδείςοπιοειδή
Κλητικήοπιοειδείςοπιοειδείςοπιοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →