Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπιοφάγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοο οπιομανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπιοφάγος < όπι(ο) + -ο- + -φάγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπιοφάγοςοπιοφάγοςοπιοφάγο
Γενικήοπιοφάγου—οπιοφάγου
Αιτιατικήοπιοφάγο—οπιοφάγο
Κλητικήοπιοφάγε—οπιοφάγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπιοφάγοι—οπιοφάγα
Γενικήοπιοφάγων—οπιοφάγων
Αιτιατικήοπιοφάγους—οπιοφάγα
Κλητικήοπιοφάγοι—οπιοφάγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →