Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπισθοδρόμηση

/o.pi.sθoˈðɾo.mi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπισθοδρόμηση < οπισθοδρομώ, οπισθοδρομη- + -σις > -ση < οπισθο- + δρόμος :* για την κυριολεκτική σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reculement :* για τη μεταφορικξή σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rétrogradation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπισθοδρόμησηοπισθοδρομήσεις
Γενικήοπισθοδρόμησηςοπισθοδρομήσεων
Αιτιατικήοπισθοδρόμησηοπισθοδρομήσεις
Κλητικήοπισθοδρόμησηοπισθοδρομήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →