οπισθοδρόμηση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπισθοδρόμηση < οπισθοδρομώ, οπισθοδρομη- + -σις > -ση < οπισθο- + δρόμος :* για την κυριολεκτική σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reculement :* για τη μεταφορικξή σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rétrogradation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπισθοδρόμηση | οπισθοδρομήσεις |
| Γενική | οπισθοδρόμησης | οπισθοδρομήσεων |
| Αιτιατική | οπισθοδρόμηση | οπισθοδρομήσεις |
| Κλητική | οπισθοδρόμηση | οπισθοδρομήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →