οπισθοπορία
•
- νεολογισμόςη κίνηση, η πορεία προς τα πίσω ή με την όπισθεν Βικιλεξικό
- Κάθε όχημα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με μηχανισμό οπισθοπορίας, ο χειρισμός του οποίου να πραγματοποιείται από τη θέση οδηγήσεως. (*)
- Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος οδηγός πραγματοποιεί οπισθοπορεία (sic), διότι πέρασε το δρόμο που ήθελε να στρίψει. Τι λέει, όμως, ο Κ.Ο.Κ. για την κίνηση των οχημάτων προς τα πίσω; (*)
- νεολογισμόςοπισθοδρόμηση Βικιλεξικό
- Τέτοια διάθεση δεν υπάρχει από τους εκπροσώπους της αριστερής οπισθοπορίας, για ορισμένους από τους οποίους το πανεπιστημιακό άσυλο είναι ο τόπος της φαντασίας στον οποίο τα σοβιετικά όνειρα θα παίρνουν εκδίκηση. (...) Όμως, η ευθαρσής παραδοχή της οπισθοπορίας τους, δεν καθιστά πρωτοπορία τούς μπερδεμένους φοιτητές. (*)
Ετυμολογία
οπισθοπορία < οπισθοπορώ + -ία ή ελληνιστική κοινή ὀπισθοπόρος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπισθοπορία | οπισθοπορίες |
| Γενική | οπισθοπορίας | οπισθοποριών |
| Αιτιατική | οπισθοπορία | οπισθοπορίες |
| Κλητική | οπισθοπορία | οπισθοπορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →