Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπισθοπορία

/o.pi.sθo.poˈri.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη κίνηση, η πορεία προς τα πίσω ή με την όπισθεν Βικιλεξικό
    • Κάθε όχημα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με μηχανισμό οπισθοπορίας, ο χειρισμός του οποίου να πραγματοποιείται από τη θέση οδηγήσεως. (*)
    • Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος οδηγός πραγματοποιεί οπισθοπορεία (sic), διότι πέρασε το δρόμο που ήθελε να στρίψει. Τι λέει, όμως, ο Κ.Ο.Κ. για την κίνηση των οχημάτων προς τα πίσω; (*)
  2. νεολογισμόςοπισθοδρόμηση Βικιλεξικό
    • Τέτοια διάθεση δεν υπάρχει από τους εκπροσώπους της αριστερής οπισθοπορίας, για ορισμένους από τους οποίους το πανεπιστημιακό άσυλο είναι ο τόπος της φαντασίας στον οποίο τα σοβιετικά όνειρα θα παίρνουν εκδίκηση. (...) Όμως, η ευθαρσής παραδοχή της οπισθοπορίας τους, δεν καθιστά πρωτοπορία τούς μπερδεμένους φοιτητές. (*)

Ετυμολογία

οπισθοπορία < οπισθοπορώ + -ία ή ελληνιστική κοινή ὀπισθοπόρος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπισθοπορίαοπισθοπορίες
Γενικήοπισθοπορίαςοπισθοποριών
Αιτιατικήοπισθοπορίαοπισθοπορίες
Κλητικήοπισθοπορίαοπισθοπορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →