Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπισθοστερνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου βρίσκεται στο πίσω μέρος του στέρνου ή πίσω από το στέρνο Βικιλεξικό
    • Συνέπεια της παλινδρόμησης είναι η πρόκληση συμπτωμάτων, όπως o οπισθοστερνικός καύσος (αίσθημα «καούρας» που ανεβαίνει από τον στόμαχο προς το λαιμό), ερυγές (ρεψίματα) και αναγωγές. Κάποιο από αυτά τα συμπτώματα θα αναγκάσει τον ασθενή να επισκεφθεί τον γιατρό. (*)

Ετυμολογία

οπισθοστερνικός < όπισθεν + -ο- + στερνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπισθοστερνικόςοπισθοστερνικήοπισθοστερνικό
Γενικήοπισθοστερνικούοπισθοστερνικήςοπισθοστερνικού
Αιτιατικήοπισθοστερνικόοπισθοστερνικήοπισθοστερνικό
Κλητικήοπισθοστερνικέοπισθοστερνικήοπισθοστερνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπισθοστερνικοίοπισθοστερνικέςοπισθοστερνικά
Γενικήοπισθοστερνικώνοπισθοστερνικώνοπισθοστερνικών
Αιτιατικήοπισθοστερνικούςοπισθοστερνικέςοπισθοστερνικά
Κλητικήοπισθοστερνικοίοπισθοστερνικέςοπισθοστερνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →