Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπισθοχωρώ

/o.pi.sθo.xoˈɾo/ρήμα
•
  1. κινούμαι προς τα πίσω επειδή δεν μπορώ να αντιμετωπίσω εχθρική επίθεση Βικιλεξικό
  2. γενικότερακινούμαι προς τα πίσω Βικιλεξικό
    • σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός οπισθοχωρώντας αργά αργά προς την παρέα του, η οποία τόση ώρα παρακολουθούσε τη σκηνή χασκογελώντας, ακριβώς όπως κι εμείς. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  3. υπαναχωρώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπισθοχωρώ < οπισθο- + χωρώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rétrograder)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοπισθοχωρώοπισθοχωρείςοπισθοχωρείοπισθοχωρούμεοπισθοχωρείτεοπισθοχωρούν / οπισθοχωρούνε
Παρατατικόςοπισθοχωρούσαοπισθοχωρούσεςοπισθοχωρούσεοπισθοχωρούσαμεοπισθοχωρούσατεοπισθοχωρούσαν / οπισθοχωρούσανε
Αόριστοςοπισθοχώρησαοπισθοχώρησεςοπισθοχώρησεοπισθοχωρήσαμεοπισθοχωρήσατεοπισθοχωρήσαν / οπισθοχωρήσανε / οπισθοχώρησαν
Μέλλονταςθα οπισθοχωρήσω / θα οπισθοχωρώθα οπισθοχωρήσεις / θα οπισθοχωρείςθα οπισθοχωρήσει / θα οπισθοχωρείθα οπισθοχωρήσουμε / θα οπισθοχωρούμεθα οπισθοχωρήσετε / θα οπισθοχωρείτεθα οπισθοχωρήσουν / θα οπισθοχωρήσουνε / θα οπισθοχωρούν / θα οπισθοχωρούνε
Παρακείμενοςέχω οπισθοχωρήσειέχεις οπισθοχωρήσειέχει οπισθοχωρήσειέχουμε οπισθοχωρήσειέχετε οπισθοχωρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οπισθοχωρήσειείχες οπισθοχωρήσειείχε οπισθοχωρήσειείχαμε οπισθοχωρήσειείχατε οπισθοχωρήσει—
Υποτακτικήνα έχω οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσω / να οπισθοχωρώνα έχεις οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσεις / να οπισθοχωρείςνα έχει οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρείνα έχουμε οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσουμε / να οπισθοχωρούμενα έχετε οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσετε / να οπισθοχωρείτενα οπισθοχωρήσουν / να οπισθοχωρήσουνε / να οπισθοχωρούν / να οπισθοχωρούνε
Προστακτική—οπισθοχώρησε——οπισθοχωρήστε / οπισθοχωρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →