οπισθοχωρώ
•
- κινούμαι προς τα πίσω επειδή δεν μπορώ να αντιμετωπίσω εχθρική επίθεση Βικιλεξικό
- γενικότερακινούμαι προς τα πίσω Βικιλεξικό
- σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός οπισθοχωρώντας αργά αργά προς την παρέα του, η οποία τόση ώρα παρακολουθούσε τη σκηνή χασκογελώντας, ακριβώς όπως κι εμείς. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- υπαναχωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπισθοχωρώ < οπισθο- + χωρώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rétrograder)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οπισθοχωρώ | οπισθοχωρείς | οπισθοχωρεί | οπισθοχωρούμε | οπισθοχωρείτε | οπισθοχωρούν / οπισθοχωρούνε |
| Παρατατικός | οπισθοχωρούσα | οπισθοχωρούσες | οπισθοχωρούσε | οπισθοχωρούσαμε | οπισθοχωρούσατε | οπισθοχωρούσαν / οπισθοχωρούσανε |
| Αόριστος | οπισθοχώρησα | οπισθοχώρησες | οπισθοχώρησε | οπισθοχωρήσαμε | οπισθοχωρήσατε | οπισθοχωρήσαν / οπισθοχωρήσανε / οπισθοχώρησαν |
| Μέλλοντας | θα οπισθοχωρήσω / θα οπισθοχωρώ | θα οπισθοχωρήσεις / θα οπισθοχωρείς | θα οπισθοχωρήσει / θα οπισθοχωρεί | θα οπισθοχωρήσουμε / θα οπισθοχωρούμε | θα οπισθοχωρήσετε / θα οπισθοχωρείτε | θα οπισθοχωρήσουν / θα οπισθοχωρήσουνε / θα οπισθοχωρούν / θα οπισθοχωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω οπισθοχωρήσει | έχεις οπισθοχωρήσει | έχει οπισθοχωρήσει | έχουμε οπισθοχωρήσει | έχετε οπισθοχωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οπισθοχωρήσει | είχες οπισθοχωρήσει | είχε οπισθοχωρήσει | είχαμε οπισθοχωρήσει | είχατε οπισθοχωρήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσω / να οπισθοχωρώ | να έχεις οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσεις / να οπισθοχωρείς | να έχει οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρεί | να έχουμε οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσουμε / να οπισθοχωρούμε | να έχετε οπισθοχωρήσει / να οπισθοχωρήσετε / να οπισθοχωρείτε | να οπισθοχωρήσουν / να οπισθοχωρήσουνε / να οπισθοχωρούν / να οπισθοχωρούνε |
| Προστακτική | — | οπισθοχώρησε | — | — | οπισθοχωρήστε / οπισθοχωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →