οπλοδόκη
•
- ναυτικός όροςδιαμέρισμα σε ιστιοφόρα πολεμικά πλοία για την όρθια τοποθέτηση όπλων Βικιλεξικό
- Η οπλοδόκη του ιστιοφόρου χωριζόταν σε οπλοθήκη, δορατοδόκη και πυραυλοδόκη
Ετυμολογία
οπλοδόκη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὁπλοδόκη. Συγχρονικά αναλύεται σε οπλο- + -δόκη < δέχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπλοδόκη | οπλοδόκες |
| Γενική | οπλοδόκης | οπλοδοκών |
| Αιτιατική | οπλοδόκη | οπλοδόκες |
| Κλητική | οπλοδόκη | οπλοδόκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →