οπλονόμος
•
- στρατιωτικός όροςυπαξιωματικός του πολεμικού ναυτικού με αυξημένες δικαιοδοσίες επιτήρησης και αστυνόμευσης των ναυτών, φύλαξης και συντήρησης του οπλισμού κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπλονόμος < όπλο + -ο- + -νόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπλονόμος | οπλονόμοι |
| Γενική | οπλονόμου | οπλονόμων |
| Αιτιατική | οπλονόμο | οπλονόμους |
| Κλητική | οπλονόμε | οπλονόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →