οπλοστάσιο
•
- το εργοστάσιο κατασκευής, επισκευής και συντήρησης όπλων Βικιλεξικό
- το σύνολο των όπλων που έχει κάποιος στη διάθεσή του Βικιλεξικό
- Το αμερικανικό οπλοστάσιο των βαλλιστικών πυραύλων και των ενεργών πυρηνικών κεφαλών ξεπερνά το αντίστοιχο της Ρωσίας (από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2 Ιουνίου 2011)
- (μεταφορικά)
- Τις διαφοροποιήσεις αυτές των μελετητών ο Dray τις συνοψίζει, κάπως σχηματικά είναι η αλήθεια, μεταξύ δύο πόλων: του θετικισμού και του ιδεαλισμού ή, αργότερα, του αντικειμενισμού και του σχετικισμού. Κάθε πόλος παρουσιάζει τις δικές του κλίμακες γενίκευσης και απόκλισης και το δικό του οπλοστάσιο επιχειρημάτων που εμφανίζονται διαδοχικά. (από άρθρο στο ένθετο "Βιβλιοθηκη" της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15 Φεβρουαρίου 2008)
- Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
Ετυμολογία
οπλοστάσιο < όπλο + καταλ. -στάσιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπλοστάσιο | οπλοστάσια |
| Γενική | οπλοστάσιου / οπλοστασίου | οπλοστασίων |
| Αιτιατική | οπλοστάσιο | οπλοστάσια |
| Κλητική | οπλοστάσιο | οπλοστάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →