οποίος
•
- αναφορική αντωνυμίαγια δήλωση του όρου, συνήθως πρότασης, στον οποίο αναφέρεται η δευτερεύουσα αναφορική αντωνυμία την οποία εισάγει Βικιλεξικό
- για αποφυγή ασάφειας όταν: Βικιλεξικό
- Ο γιος της γειτόνισσας, ο οποίος ήρθε χθες, μας έφερε γλυκά. (αντί για «ο γιος της γειτόνισσας, που ήρθε χθες, μας έφερε γλυκά» όπου δεν είναι σαφές αν εννοείται η γειτόνισσα ή ο γιος της)
- για αποφυγή ασάφειας όταν: Βικιλεξικό
- Ο πωλήτης από τον οποίον αγόρασε τα ρούχα.
- υφολογικάγια αποφυγή επανάληψης του που Βικιλεξικό
- Θυμάσαι τον άντρα που είδαμε χθες, ο οποίος φορούσε φράκο;
- λόγιοπόσο μεγάλος Βικιλεξικό
- Οποία ανακάλυψις!, Οποίον θράσος!, Οποία έκπληξη!
Ετυμολογία
οποίος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὁποῖος < από συνεκφορά με το άρθρο ὁ ποῖος, τοὺς ποίους, τὸ ποῖον, τὰ ποῖα, η προσθήκη άρθρου στην αντωνυμία πρόκειται πιθανώς για ξενισμό και απόδοση ρομαντικής συντάξεως Παραβάλετε τα γαλλικά lequel (ο οποίος), laquelle (η οποία), duquel (του οποίου) και τα ιταλικά il quale (ο οποίος), la quale (η οποία) κ.ά., ωστόσο ακολουθεί άλλες μεσαιωνικές αντωνυμίες όπως ὁκάποιος, ὁκάποτε, ὅποιος → δείτε ετυμολογία 2 για τη λόγια χρήση χωρίς άρθρο
Άλλοι τύποι
οποίαοποίανοποίαςοποίεοποίεςοποίοοποίοιοποίονοποίοςοποίουοποίουςοποίων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →